αὐτοπαθής

αὐτο-πᾰθής, ές,
A speaking from one's own feeling or experience. Adv.

-θῶς Plb.3.12.1

, Plu.Cat.Mi.54; instinctively,

αὐ. φεύγομεν τὴν ἀλγηδόνα Epicur.Fr.66

, etc.
II Gramm., of pronouns, reflexive, opp. ἀλλοπαθεῖς, A.D.Pron.44.11; of verbs, opp. μεταβατικά, Synt. 281.15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοπαθής — speaking from one s own feeling masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοπαθής — ές (Α αὐτοπαθής, ές) (κυρίως για ρήματα και αντωνυμίες) αυτός που δηλώνει ότι η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο αρχ. Ι. αυτός που μιλά εξ ιδίας πείρας II. επίρρ. αὐτοπαθῶς ενστικτωδώς, αυθόρμητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο +… …   Dictionary of Greek

  • αυτοπαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που πάσχει από δική του ενέργεια· (γραμμ.), «αυτοπαθείς αντωνυμίες», αυτές που φανερώνουν πως το ίδιο πρόσωπο ενεργεί και το ίδιο δέχεται την ενέργεια: Φροντίζει μόνο τον εαυτό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοπαθῆ — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθεῖς — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem acc pl αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθές — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem voc sg αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθοῦς — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθέσιν — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθῶν — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπαθῶς — αὐτοπαθής speaking from one s own feeling adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταὐτοπαθῆ — αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.